Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκθέτω

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης: ἐκθέτω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκθέτω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐκθέτω < αρχαία ελληνική ἐκτίθημι

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ekˈθe.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκθέτω
τονικό παρώνυμο: έκθετο

εκθέτω, πρτ.: εξέθετα, στ.μέλλ.: θα εκθέσω, αόρ.: εξέθεσα, παθ.φωνή: εκτίθεμαι, π.αόρ.: εκτέθηκα, μτχ.π.π.: εκτεθειμένος

  1. βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν
    παράδειγμα  ο ζωγράφος Χ εκθέτει στις σπουδαιότερες γκαλερί
  2. παρουσιάζω
    παράδειγμα  Ο Παπάζογλου εκτέθηκε στις εκλογές (κατέβηκε ως υποψήφιος)
  3. αναπτύσσω, αφηγούμαι
    παράδειγμα  εκθέτω τις απόψεις μου
  4. αφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων
    παράδειγμα  με εξέθεσες μ' αυτά που είπες, και δεν ήξερα πώς να τα μπαλώσω
    παράδειγμα  εκθέτω σε κίνδυνο
    παράδειγμα  Αισθάνομαι οικονομικά εκτεθειμένη σε απρόβλεπτους κινδύνους (είμαι ακάλυπτος)
      «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα και έκανα χειραψία στον Παπαβολίδα που έμεινε ενεός. Ο Πετονιάς σηκώθηκε τότε από τη θέση του, με αγριοκοίταξε και δε με χαιρέτησε όταν βγήκαμε έξω – μάλλον τον είχα εκθέσει. (Μιχάλης Μιχαηλίδης, Ο μηχανισμός της σύγχυσης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 138)


Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις εκ και θέτω

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]