εμπόρευμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμπόρευμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπόρευμα < ἐμπορεύομαι < ἔμπορος < ἐν + πόρος < πέρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (περνώ, διαπερνώ)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /emˈbo.ɾev.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐μπό‐ρευ‐μα
- παλιότερος συλλαβισμός : εμ‐πό‐ρευ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εμπόρευμα ουδέτερο
- ό,τι εμπορεύεται κάποιος, ό,τι πουλιέται ή αγοράζεται για εμπορικούς λόγους
- ※ H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις εμπορεύομαι και έμπορος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)