Ποιητὴς, ὁπόταν ἐν τῷ τρίποδι τῆς Μούσης καθίζηται, τότε οὐκ ἔμφρων ἐστίν → Whenever a poet is seated on the Muses' tripod, he is not in his senses
P. and V. δεινός, φοβερός. φρικώδης, δυσχερής, V. δύσχιμος, ἔμφοβος; see fearful.
cruel: P. and V. ἄγριος, ὠμός, πικρός; see cruel.
P. and V. κόπτειν, καταβάλλειν.
of trees: P. and V. τέμνειν, κόπτειν.
See hill.