ἀδύνατον καὶ οὐκ ἀνθρώπειον → not for man to attempt
P. ἑτοίμως, προχείρως.
gladly: P. and V. ἀσμένως. and V. σπουδῇ, προθύμως, P. ὀξέως.
intelligently: P. εὐμαθῶς.
off hand: P. and V. φαύλως, P. ἐξ ἑτοίμου.
easily, lightly: P. and V. ῥᾳδίως, εὐμαρῶς (Plato), εὐπετῶς, V. κούφως, δι' εὐπετείας. P. εὐχερῶς.