simple
From LSJ
Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει → There are many wondrous things in this world, but none more wondrous than humans
English > Greek (Woodhouse)
adjective
sheer, absolute: P. εἰλικρινής, ἁπλοῦς, ἄκρατος.
guileless: P. ἄκακος, Ar. and P. ἄδολος, V. ἀφυής (Sophocles, Philoctetes 1014).
foolish: P. and V. εὐήθης; see foolish.
easily deceived: P. εὐεξαπάτητος, εὐαπάτητος.
substantive
See remedy.
Spanish > Greek
Ἀβδηρίτης, Ἀβδηριτικός, ἀβέλτερος, ἄλυπος, ἀμερής, ἀμέριστος, ἀναμφίαστος, ἀπερίεργος, ἀπερίσσευτος, ἀπέρισσος, ἀπέριττος, ἁπλάριος, ἁπλήγιος, ἁπλόος, ἀποίκιλος, ἀπόνηρος, ἀπράγμων, ἀρχαῖος, ἀσύμπλοκος, ἀσύνθετος, ἀτρύφερος, ἀφελής, ἀφυής, βλιτάς, βλίτων, γλυκύς, γυμνός

